> Conversation between Christina Petkopoulou & Maria Loizidou on Self Other and female friendship <

Scroll down for greek version 

Maria Loizidou, artist met Epi Protonotariou, gallerist, curator and educator when the first represented Cyprus at the 42nd Venice Biennale in 1986. Epi Protonotariou has already been directing Desmos Gallery in Athens since 1971 introducing greek contemporary art in the audience. Their friendship lasted for many-many years.

C.P.: Can you tell us a few words on your participation in Lipiu group show?

M.L.: This piece is a part of the “Self Other” series from which it borrowed its title. It negotiates our relationship with the Other. In the same sequence there is a video of two conjoined figures, connected from their backs who attempt to wear a double coat. This procedure reveals how one figure’s effective movement depends on the collaboration of the other. The white embroidered cloth, exhibited in Lipiu is another version of our relationship with the Other, that of the relationship with one’s own self. Embroidery as a handicraft practice brings forward the moment when our relationships are not being controlled or manipulated. My decision to transform sketches from my personal archive with digital embroidery worked as a tool of decryption of the density of my thoughts.  The violence performed on the fabric by the electric needle and the fast movement I chose for it reveals time flashes that I would rather cut my finger than share with you the thoughts behind them.

Maria Loizidou, Self other, 2009, Desmos Gallery Collection. Photograph Zoe Hatziyannaki 2020.

C.P.: How did Self Other become part of the Desmos Gallery Collection?

M.L.: I remembered during the show that I have given this work as a gift to Epi (Protonotariou). I believe I have forgotten that detail because in friendship you leave obligations behind and let yourself for the sake of your impulses. The presence of this work in the house of Epi and Manos (Pavlidis) and consequently in the Desmos Gallery Collection seems to be in the frame of our personal relationship. I cannot remember in detail how this work ended up with them but, I’m not surprised. There are only two records of works purchased by the Desmos Gallery Collection in my archive.

C.P.: You have shared with me in the past that Epi Protonotariou encouraged the artists that she worked with to pursue artifacts. How did that happen and how did this motivation influence your practice?

M.L.: Folklore has been outlined in art during the 20st century.  References of folklore art of the past and its suppressed freedom have been present in Epi’s environment. She has not solely studied it but cherished it as well. They were the elements she has been living with, all around her house. Often, she used to speak with a poetic magic yet very naturally of forms, talismans and rituals. Not rarely, she would discuss originality and we have spent a lot of time together talking about the importance of these elements as well as the revival of this European tradition. That was a communicative tool for me during my studies in France as well as in the first years of my work as an artist in Paris. That tendency, which has been positively perceived in the rest of Europe during the 90’s, has been disclaimed in Greece and Cyprus. Epi’s understanding of popular wisdom and the magnitude of living experience that is inherited from one generation to another, enforced me to effortlessly incorporate them in my practice. In other words, she helped me keep any fragment of tradition that could function in my territory of communication from and include it guiltlessly in my work. Epi allowed my early appreciation of craftsmanship as one of the conditions for a production of thought.

C.P.: How do you think the presence of techniques traditionally affiliated with female identities in your oeuvre functions in relation with the invention of a visual vocabulary that is articulated from and refers to femininities?

M.L.: I think that every technique evolves in relation with the physicality and the senses of each individual. Accordingly, emerge the practices that we attach with. Sometimes, we move in the opposite direction of where our bodies feel familiar. In my case, it is through female expression that I understand the revelation of the power of fragility. It is what I personally process for years now: the least amount of material that I replace with labor.

C.P.: Do you think women in the artworld compose or used to compose a community with common claims? In any case, how do you find the relationships between them affecting their work and public voice?

M.L.: Individuals coexist through qualities that define their emotional environment often spontaneously and subconsciously. These acquaintances are already given meaning before they reach the sphere of consciousness.  That way we form communities, known as the safe environments where we can articulate speech, common claims and positions. The community of artists I feel mostly affiliated with consists of individuals regardless of their gender. The elements that connect us are also present in the Lipiu group show. These characteristics can’t be superimposed or monopolized by others. Despite the fact that I have been in France during the 80’s close to admirable feminists, where the echo of feminist movements has been particularly present, I have never participated actively in the movement. I have been terrified by them. Nearly, as much as terrified by the male figure I’ve been struggling to resemble.

The common language that brought the two of us together in the Lipiu project without knowing each other, is the same with the one that brought us together with Epi. These condensed emotions and tensions that define our relationship with the audience and with the people that trust us. Certainly, our work is formed by our relationships and the scars on it, aren’t but the ones of the relationships among us, the ones that compose our discourse. Our relationships allow us to articulate and make our voice be heard. A voice that connects all of us.

C.P.: Thank you very much for this interview and for your participation in Lipiu.

M.L.: I would like to express my contentment as in our last chats with Epi, I realized she was very happy to have lent this piece to the Lipiu show. She would always be pleased to be invited by young people and brought back in the scene through her collection. Epi passed away during the show and it has been comforting for me to have taken part in it with a work from her collection, a piece that she particularly loved.

Η Μαρία Λοϊζίδου γνώρισε την Έπη Πρωτονοταρίου, όταν εκπροσώπησε την Κύπρο στην 42η Μπιενάλε της Βενετίας το 1986. Η Έπη Πρωτονοταρίου διήυθυνε ήδη από το 1971 την Γκαλερί Δεσμός στην Αθήνα συστήνοντας την πρωτοποριακή, σύγχρονη ελληνική τέχνη στο ευρύ κοινό. Η φιλία τους κράτησε πολλά πολλά χρόνια.

Χ.Π.: Πείτε μας λίγα λόγια για το έργο με το οποίο συμμετέχετε στην έκθεση Λυπιού.

Μ.Λ.: Το έργο ανήκει στη σειρά ανήκει στη σειρά Self Other από την οποία δανείστηκε και το όνομά του και πραγματεύεται τη σχέση μας με τον Άλλον. Μια σειρά στην οποία ανήκει και ένα βίντεο όπου δύο σιαμαίες φιγούρες, ενωμένες στην πλάτη προσπαθούν να φορέσουν ένα διπλό παλτό και φανερώνεται ότι για να είναι αποτελεσματική η κίνηση της μιας χρειάζεται να συνεργάζεται και η άλλη. Το λευκό αυτό πανί με τα κεντήματα που συμμετέχει στην έκθεση της Λυπιού είναι μια άλλη εκδοχή που πραγματεύεται τη σχέση μας με τον Άλλον: αυτή της σχέσης μας με τον εαυτό μας. Το κέντημα ως προϊόν χειροναξίας καταθέτει τον χρόνο στον οποίο οι σχέσεις μας δεν ελέγχονται και δεν καθοδηγούνται. Η μεταφορά σχεδίων που επέλεξα από το αρχείο μου σε μορφή ηλεκτρονικού κεντήματος λειτούργησε ως εργαλείο αποκρυπτογράφησης της έντασης των σκέψεών μου. Η βία δηλαδή που ασκεί η ηλεκτρονική βελόνα στο πανί σε επαναληπτική, γρήγορη κίνηση, αντίστοιχη της βελονιάς που επέλεξα γι’αυτή, αποκαλύπτει χρονικά διαστήματα που πιθανό να προτιμούσα  να κόψω το δάχτυλό μου παρά να μοιραστώ τις σκέψεις που τους αναλογούν.

Χ.Π.: Πώς βρέθηκε το έργο σας στη Συλλογή της Γκαλερί Δεσμός;

Μ.Λ.: Θυμήθηκα ότι το έργο αυτό το χάρισα στην Έπη κατά τη διάρκεια της έκθεσης. Πιστεύω ότι δεν το θυμόμουν γιατί οι άνθρωποι στη φιλία λύνονται από τις υποχρεώσεις και αφήνονται στους καρπούς των παρορμήσεών τους. Η παρουσία αυτού του έργου στο σπίτι της Έπης και του Μάνου και κατά συνέπεια στη Συλλογή Δεσμός μου φαίνεται ότι βρίσκεται στο πλαίσιο της ανθρώπινης συνθήκης, της μεταξύ μας σχέσης. Δε θυμάμαι πώς πέρασε το έργο αυτό κοντά τους, αλλά αυτό δε με εκπλήσσει. Στο αρχείο μου τα αγορασμένα έργα είναι δύο κι αναγράφονται με όλες τις λεπτομέρειές τους.

Χ.Π.: Έχετε μοιραστεί μαζί μου ότι η Έπη Πρωτονοταρίου ενθάρρυνε την ιδιότητα του τεχνίτη στους καλλιτέχνες που συνεργάζονταν μαζί της. Πώς συνέβαινε αυτό και τι επίδραση άσκησε στην τέχνη σας στα πρώτα σας βήματα;

Μ.Λ.: Η αναφορά στην τεχνική ως μορφή λαογραφίας βρισκόταν στην περίοδο του 20ου ΑΙ. στο περιθώριο της τέχνης. Οι αναφορές στις λαϊκές γνώσεις του παρελθόντος, αυτή η ελευθερία, η οποία εγκλωβίστηκε ξαφνικά, βρισκόταν έντονα στο περιβάλλον της Έπης. Τη γνώριζε καλά και την αγαπούσε.  Ήταν κάτι με το οποίο ζούσε. Βρισκόταν παντού μέσα στο σπίτι της. Μιλούσε συχνά για φόρμες, για φυλαχτά, για τελετές με μια ποιητική μαγεία, με μία φυσικότητα. Ανέλυε συχνά την αυθεντικότητα και μαζί περάσαμε πάρα πολύ χρόνο συζητώντας τη σημασία τους, έναν προβληματισμό για την αναζωογόνηση της Ευρωπαϊκής παράδοσης κάτι που για μένα ήταν κι ένα εργαλείο επικοινωνίας, τόσο κατά τη διάρκεια των σπουδών μου στη Γαλλία, όσο και στα πρώτα χρόνια της εργασίας μου σαν εικαστικός στο Παρίσι. Αυτό που λειτουργούσε θετικά στην υπόλοιπη Ευρώπη τη δεκαετία του 90’, στην Ελλάδα και στην Κύπρο βρισκόταν σκεπασμένο-σχεδόν απαγορευτικό. Η κατανόηση όμως της Έπης στη λαϊκή σοφία και στο μεγαλείο της εμπειρίας, αυτό δηλαδή που δίνεται από γενιά σε γενιά, με οδήγησαν να το εισάξω στην πρακτική μου αβίαστα. Να συγκρατήσω, δηλαδή, από την παράδοση ό,τι μπορούσε να εμπλουτίσει το πεδίο έκφρασής μου και μου επέτρεψε απενοχοποιημένα να το εισάγω στη δουλειά μου. Η Έπη μου επέτρεψε να εκτιμίσω νωρίς ότι η χειρωναξία είναι μία από τις συνθήκες που επιτρέπουν την παραγωγή της σκέψης.

Χ.Π.: Πώς θεωρείτε ότι η καθοριστική παρουσία τεχνικών παραδοσιακά συνδεδεμένων με τη γυναίκα στο έργο σας λειτουργεί σε σχέση με τη δημιουργία μιας εικαστικής γλώσσας που εκφέρεται από αλλά και αναφέρεται στις θηλυκότητες;

Μ.Λ.: Κάθε τεχνική πιστεύω ότι λειτουργεί κι εξελίσσεται ανάλογα με το σωματότυπο και τη λειτουργία των αισθήσεων του κάθε ανθρώπου. Ανάλογες είναι και οι πρακτικές με τις οποίες μπορούμε να συνδεθούμε. Γιατί καμιά φορά μπορεί να πάμε και εντελώς αντίθετα με αυτό που το κορμί μας νιώθει οικείο. Στη δική μου περίπτωση αυτό που κατανοώ είναι η αποκάλυψη της δύναμης της ευθραυστότητας μέσα από μια γυναικεία έκφραση. Αυτό επεξεργάζομαι προσωπικά για πολλά χρόνια: το ελάχιστο δηλαδή του υλικού, το οποίο αντικαθιστώ με τον κόπο.

Χ.Π.: Θεωρείτε ότι οι γυναίκες στο χώρο της τέχνης αποτελούν ή αποτελούσαν μια κοινότητα με κοινές διεκδικήσεις στην εικαστική σκηνή; Σε κάθε περίπτωση, πώς οι σχέσεις μεταξύ τους σε αυτό το χώρο επηρεάζουν κατά τη γνώμη σας το έργο τους και το δημόσιο λόγο τους;

Μ.Λ.: Τα άτομα συμβιώνουν μεταξύ τους μέσα από τις ποιότητες, τις οποίες συγκεντρώνουν και οι οποίες ορίζουν το συγκινησιακό τους περιβάλλον -τις περισσότερες φορές- ευτυχώς αυθόρμητα και υποσυνείδητα. Μέχρι να φτάσουν δηλαδή στη σφαίρα του συνειδητού και προκειμένου να αποτελέσουν ένα εργαλείο κοινωνικής τοποθέτησης, οι συνδέσεις έχουν ήδη σηματοδοτηθεί. Με αυτόν τον τρόπο, δημιουργούνται οι κοινότητες, γνωστές ως: τα ασφαλή περιβάλλοντα που μας επιτρέπουν να αρθρώσουμε λόγο, κοινές διεκδικήσεις και θέσεις. Η κοινότητα των καλλιτεχνών που θεωρώ οικεία προς εμένα αποτελείται από άτομα ανεξαρτήτως φύλου, μας συνδέουν χαρακτηριστικά, αυτά που εμφανίζονται άλλωστε και στην έκθεση «Λυπιού». Θα έλεγα ότι πρόκειται για αυτά τα χαρακτηριστικά που δεν προσπαθούν να επιβληθούν και δεν επιχειρούν να μονοπωλήσουν. Είναι αλήθεια ότι παρά το γεγονός ότι βρέθηκα στη Γαλλία τη δεκαετία του 80’ στον απόηχο των φεμινιστικών δράσεων και υπήρξα κοντά σε σπουδαίες γυναίκες φεμινίστριες, δεν αποτέλεσα μέλος αυτών των ομάδων. Με τρομοκρατούσαν. Με τρομοκρατούσαν σχεδόν όσο η ταυτότητα του άνδρα με τον οποίον ήθελα να μοιάσω. Η κοινή γλώσσα που μας έφερε μαζί χωρίς να γνωριζόμαστε στην έκθεση Λυπιού, είναι και η γλώσσα που μας έφερε μαζί με την Έπη. Αυτά τα συσσωρευμένα αισθήματα και εντάσεις μιας αντίστασης είναι που ορίζουν και τις σχέσεις μας με το κοινό και με τους ανθρώπους που μας εμπιστέυονται.  Είναι σίγουρο ότι το έργο μας είναι σημαδεμένο από σχέσεις και τα σημάδια που βρίσκονται σε αυτό δεν είναι άλλα από τα σημάδια των αναμεταξύ μας σχέσεων. Αυτά καθορίζουν και το λόγο μας. Αυτή η σχέση μας επιτρέπει να αρθρώσουμε λόγο και να ακουστεί η φωνή μας. Αυτή η φωνή που μας συνδέει.

Χ.Π.: Σας ευχαριστούμε πολύ και για αυτην την συνέντευξη αλλά και για τη συμμετοχή σας στην έκθεση με το έργο σας!

Μ.Λ.: Θέλω να εκφράσω την ιδιαίτερη χαρά μου γιατί μέσα από τις τελευταίες κουβέντες που είχα με την Έπη διαπίστωσα ότι χάρηκε πολύ που δάνεισε αυτό το έργο στην έκθεση. Ήταν πάντα μεγάλη η χαρά της να την αναζητάτε εσείς, οι νέοι άνθρωποι και μέσα από το έργο που δείξατε και από την επιλογή των έργων (της συλλογής της) να τη φέρνετε πάντα στο επίκαιρο προσκήνιο σε μια δράση που συμβαίνει τώρα. Η Έπη έφυγε κατά τη διάρκεια αυτής της έκθεσης και για μένα ήταν μια παρηγοριά το να εμφανιστεί μια τέτοια δουλειά από τη συλλογή της, ένα έργο το οποίο αγαπούσε ιδιαίτερα, σε μια περίοδο που μας αποχαιρετούσε.



Anthi Daoutaki
Irini Karayannopoulou
Eva Isleifs & Rakel McMahon
Maria Loizidou
Malvina Panagiotidi
Nina Papaconstantinou
Nana Sachini
This is not a Feminist Project
Zoe Hatziyannaki

CURATED BY: Christina Petkopoulou

DURATION: 31. October - ongoing

WHERE: A - DASH & Asklipiou Street

Asklipiou and Eressou, Evelyn Volika archive, Cornelia Zarkia archive.

Nina Papaconstantinou, One Week, 2019

Malvina Panagiotidi, Ghost dance I-II, 2019

Nana Sachini, There is nothing here but Blue Flashes, 2020

Maria Loizidou, , Self other, 2009, Desmos Gallery Collection

Irini Karayannopoulou, Janus, 2020

Zoe Hatziyannaki, Women, 2020

Eva Isleifs & Rakel McMahon, I am nowhere, but I am not complaining, 2020 (A-Dash Space and Efi Drakopoulou Design studio)

Anthi Daoutaki, As if underwater, 18’, 2020

This is not a feminist project, Online Gaze, 45:45’, 2019

Asklipiou and Valtetsiou, Evelyn Volika archive, Cornelia Zarkia archive.

You read the trees, the mountains in the original
You ask: “What do I have to say in this language?”
The wounded animal deep inside you doesn't answer.
It stays silent.

Διαβάζεις τα δέντρα, τα βουνά στο πρωτότυπο.
Λες: Τι έχω εγώ να πω σ’ αυτή τη γλώσσα;
Το πληγωμένο ζώο μέσα σου βαθιά δεν απαντά.

Katerina Aghelaki-Rooke, Lipiu Revisited Bien, P. and Constantine and P. and Keeley, E. and Van Dyck, K. (2004) A Century of Greek Poetry 1900-2000. Cosmos Publishing: New Jersey.

Greek poet, translator and intellectual, Katerina Anghelaki-Rooke (1939-2020) in her poem Lipiu and Lipiu Revisited (1993) refers to a heterotopy, founded in the realm of poetry: the topos of Lipiu, a space that can be perceived as the birthplace of her personal vocabulary. It is
equally, where the weeds of frustration, rage and deep sorrow grow, the failure of the unspoke words, a territory where she keeps all she has ever lost. The poet speaks up bringing forward the existential agony of bodies in precarity: how, where and through what channels do we
become audible and visible? The embodied articulation of a public voice and the overal physical effort to create a sound that can be heard become an everlasting struggle. Subjects lacking recognition by dominant discourse in the full spectrum of their existence are now forced
to invent an original code that will communicate their multiplicity: a thoroughly new language capable of translating into letters and syllables every single atom of their living experience. In Lipiu project, female artists and collectives are invited to compose the letters and the sounds
of a personal yet common language in which female experience will emerge as a collective an poetic voice in public space. From the interior of A-Dash space to the unexpected and exposed points along the street of Asklipiou, artworks coexist with and incorporate archive material of
feminist publications from the 70’s in an attempt to trace female emotional experience fro within and towards the public and vice versa. 

The exhibition is realised under the auspices and with the support of the Greek Ministry of
Culture and Stavros Niarchos Foundation (SNF).


Η Ελληνίδα ποιήτρια, μεταφράστρια και διανοούμενη, Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ (1939-2020)
στα ποιήματα της «Λυπιού» και «Στη Λυπιού και πάλι» αναφέρεται σε μια ετεροτοπία
εντοπισμένη στο χώρο της ποίησης: τη Λυπιού, τον τόπο γέννησής του δικού της, προσωπικού
λεξιλογίου. Είναι ο τόπος όπου φύονται η ματαίωση, η αναστάτωση, η οργή και η οδύνη, η
αποτυχία των λέξεων να αρθρωθούν, μια περιοχή όπου έχει καταλήξει «ό,τι έχει χάσει». Η
ποιήτρια δίνει το λόγο στα επισφαλή υποκείμενα και την υπαρξιακή τους αγωνία: πώς, πού και
μέσα από ποια κανάλια ακούγονται και είναι ορατά; Η ενσώματη άρθρωση της δημόσιας φωνής
όσο και η συνολική φυσική προσπάθεια που απαιτεί η παραγωγή ήχου μέσα από το σώμα
γίνεται ένας διαρκής αγώνας. Ταυτότητες που δεν αναγνωρίζονται σε όλο το φάσμα της
ύπαρξής τους από τον κυρίαρχο λόγο καλούνται να εφεύρουν ένα νέο κώδικα για να την
επικοινωνήσουν, μια γλώσσα δική τους όπου το κάθε σωματίδιο της εμπειρίας τους, το κάθε
συναίσθημα θα έχει μια λέξη να το σημαίνει.
Στην έκθεση της Λυπιού σύγχρονες γυναίκες εικαστικοί συνθέτουν τους φθόγγους και παράγουν
τους ήχους μιας προσωπικής όσο και κοινής γλώσσας, ικανής να φέρει το προσωπικό τους
βίωμα ως μια συλλογική, ποιητική φωνή στο δημόσιο χώρο. Από το εσωτερικό της οικίας του Α-
DASH στον αριθμό 74 μέχρι απρόσμενα εκτεθειμένα σημεία κατά μήκος του δρόμου της
Ασκληπιού, τα έργα εμπλέκονται, συνυπάρχουν και ενσωματώνονται σε θραύσματα αρχειακού
υλικού από φεμινιστικό τύπο της δεκαετίας του ‘70 (αρχείο της Έβελυν Βολίκα) με σκοπό να
αποτυπώσουν τη θηλυκή εμπειρία του συναισθήματος από το «μέσα» προς το «έξω» αλλά και

Παράλληλα με την έκθεση, θα πραγματοποιηθεί δημόσιο πρόγραμμα που θα εκπέμπει μέσα
από την ιστοσελίδα του A - DASH. Η έκθεση πραγματοποιείται υπό την αιγίδα και την υποστήριξη του Υπουργείου Πολιτισμού και
με δωρεά του Ιδρύματος Σταύρος Νιάρχος (ΙΣΝ).